Thursday, June 07, 2007

Η δεξίωση

Ήταν μεσημεράκι.
Γύρω στη μία.
Ώρα φαγητού.
Είχε μάθει να τρώει σχετικά νωρίς. Πρόσεχε την γραμμή της.
Το βράδυ μόνο γιαουρτάκι και φρούτο. Πρόσεχε την υγεία της.
Χα! Τόσο πολύ που κάπνιζε, το φρούτο θα την έσωζε...
'Ανοιξε το τάπερ και έφαγε την πρώτη πιρουνιά σαλάτας - μαρούλι, ντομάτα, ελιές, φέτα.
Η αγαπημένη της σαλάτα.
Οι περισσότεροι στον χώρο έτρωγαν στο εστιατόριο.
Εκείνη δεν ήθελε. Προτιμούσε την ησυχία της.
Σα μελίσσι τους άκουγε όλους, σα μελίσσι που έβγαινε να τρυγήσει τα λουλούδια.
Ζαλιζόταν και εδώ που τα λέμε δεν ένοιωθε άνετα που της μετρούσαν τις μπουκιές της.
Μα, καλά, αντί να κοιτάζουν το πιάτο τους κοίταγαν τους παρευρισκόμενους και μέτραγαν πόσες μπουκιές τρώνε?
Τι αρρώστια κι αυτή!
Απεχθανόταν αυτή την στέρηση της ελευθερίας.
Αυτό το παράλογο "κουτσομπολιό".
Κάτι που συναντούσε στις δεξιώσεις που οργάνωνε.
Όλοι, μα όλοι, κοιτούσαν το στόμα και την μπουκιά του άλλου.
Γι΄αυτό σιχαινόταν και την δουλειά της.
Αλλά, έπρεπε να ζήσει.
Και αυτό μπορούσε να κάνει καλά. Να οργανώνει δεξιώσεις...
Υπέροχα τραπέζια, τέλεια στρωμένα.
Κάτασπρα τραπεζομάντηλα, χωρίς δαντέλα - εννοείται - τέλεια τακτοποιημένα πάνω στα τραπέζια.
Απο πάνω τα φαγητά σε ειδικούς δίσκους για να κρατούνται ζεστά.
Να μπορέσουν οι καλεσμένοι να φάνε και να κοιτάξουν τι τρώνε οι γύρω τους.
Είχε σιχαθεί το φαγητό.
Κάποτε, κάποιος την ρώτησε: Μα καλά, πως μπορείς και δεν τρώς από τα φαγητά που σερβίρεις? Εγώ θα είχα γίνει σα μπαλόνι!
Του χαμογέλασε ευγενικά: Τα φαγητά είναι για τους προσκεκλημένους, όχι για εμάς.
Τον αποστόμωσε. Γέμισε το πιάτο του ώσπου έγινε βουνό και φυσικά δεν της ξαναμίλησε....
Κόντευε να τελειώσει την σαλάτα της. Δεν ήθελε άλλο. Δίψασε. Και ήθελε να καπνίσει.
Το απόγευμα έπρεπε να είναι έτοιμη για την σημερινή δεξίωση.
Μεγάλο γεγονός. Στο Grande Bretagne. Αστακοί, Καραβίδες, Χαβιάρι, Σαμπάνιες....
Κατέβηκε κάτω στον χώρο καπνίσματος.
Άναψε το τσιγάρο της και κοίταξε έξω απ΄το παράθυρο.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού της.
Είχε χάσει πολύ βάρος.
Μερικές φορές τρόμαζε.
Μέτραγε τα κόκκαλά της πλέον.
Αυτός ήταν εκεί. Κάπνιζε.
- Αδυνάτισες
- Ναι
- Σου συμβαίνει κάτι?
- Όχι, γιατί?
- Συνήθως όταν στεναχωριούνται αδυνατίζουν
- Συνήθως....
Ξαναγύρισε στις σκέψεις της.
Τον αγαπούσε πολύ.
Δεν του το΄χε πεί ποτέ.
Και φυσικά εκείνος ούτε καν την έβλεπε.
Κάθε μέρα μαζί.
Κάθε μέρα στις ίδιες δεξιώσεις.
Κάθε μέρα το ίδιο τρέξιμο.
- Το απόγευμα στις 5?
- Ναι.
- Θα φορτώσουμε τα φαγητά στο βάν. Προλαβαίνουμε?
- Φυσικά.
Σιωπή πάλι
Στις 5 ήταν πανέτοιμη.
Και τα φαγητά έτοιμα για να φορτωθούν.
Είχε κουραστεί πολύ, αλλά ήθελε να είναι όλα στην εντέλεια.
Στις 5 ακριβώς ήρθε.
Φόρτωσαν τα φαγητά, τα τραπεζομάντηλα, τους δίσκους, τα μαχαιροπήρουνα, όλα.
Κάθησε στη θέση του συνοδηγού και ξεκίνησαν.
Στην στροφή, το βάν άρχισε μια τρελλή πορεία.
Χωρίς λόγο.
Έβλεπε το τέλος να πλησιάζει.
- Σ΄αγαπάω, του φώναξε
- Κι εγώ, της είπε. Εδώ και καιρό
Τους βρήκαν έξω απ΄το βάν.
Σκόρπια κορμιά.
Φαγητά παντού.
Σκυλάκια και γατάκια βρήκαν τον παράδεισό τους. Χωρίς να μετράν μπουκιές.
Στη Grande Bretagne οι προσκεκλημένοι δεν μπόρεσαν να μετρήσουν τις μπουκιές.
Τα φαγητά δεν έφτασαν ποτέ.....

2 comments:

spirit said...

Πολύ όμορφο κέιμενο,εγώ όμως κόλλησα στο εξής:

Πόσο με τσαντίζει να σου μετράνε τις μπουκιές έχωντας ήδη το δικό τους πιάτο γεμάτο ως πάνω με κάθε λογής κολοκύθια και τρώγοντας τον αγλέορα!!

Σπάνια στις δεξιώσεις βρίσκεις ανθρώπους να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.

bluesmartoulis said...

Είσαι στις μαύρες σου πνεύμα μου? Είναι δυνατόν να σου άρεσε ο πεσσιμισμός αυτός? Τέσπα..δεν θα το σχολιάσω άλλο...
Αλλά θα σχολιάσω ακόμη περισσότερο το μέτρημα της μπουκιάς.... Τους έχεις δεί στα βαφτίσια? στίς κηδείες? Είναι ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ. Και έχω το δικαίωμα να μιλάω γιατί δεν το έχω κάνει ΠΟΤΕ μου. Και ούτε πρόκειται..........
Σμούτσκια