Tuesday, January 23, 2007

Χθές το βράδυ.

Το ξυπνητήρι, σαν δαιμονισμένο, χαλούσε την ησυχία του πρωϊνού.
Τίποτα στο κρεββάτι δεν έδειχνε ότι θα σταματούσε.
Κανένα χέρι δεν απλώθηκε για να πατήσει το κουμπάκι που θα το έκανε να σιωπήσει.
Μέχρι την επόμενη μέρα τουλάχιστον.
Ηχούσε και φώναζε, έβαζε τα δυνατά του μήπως και πετύχαινε τον σκοπό του.
Μάταια.
Έξαφνα, γύρισε πλευρό.
Κάτι άκουγε μέσα στο όνειρό της. Μια μουσική περίεργη. Έναν στριγγό ήχο.
Τι ώρα να΄ναι?
Τι μέρα?
Πού είμαι?
Ασυναίσθητα, άνοιξε τα μάτια.
6:10
Πρωί? Απόγευμα? Μπά, μάλλον πρωί.
Αναδεύτηκε στα σκεπάσματα. Το απαλό άγγιγμα της κουβέρτας δεν της φάνηκε γνώριμο.
Πετάχτηκε.
Έντρομη.
Κι αντίκρυσε δίπλα της ένα άλλο σώμα. Σκεπασμένο με την ίδια κουβέρτα. Μαλλιά ανακατεμένα - μαύρα. Τόσο πολύ μαύρα μαλλιά δεν θυμόταν να είχε αντικρύσει ποτέ πρίν.
Πού είμαι? ψέλλισε
Το ξυπνητήρι ασταμάτητο. Σηκώθηκε για να το κλείσει. Ήταν γυμνή. Κοντοστάθηκε.
- Αφού κοιμάται - σκέφτηκε.
Και πλησίασε το ξυπνητήρι και το έκλεισε.
Κοίταξε γύρω της.
Προσπάθησε ν΄αναγνωρίσει κάτι απ΄όσα το λιγοστό φως της "ημέρας" της επέτρεπε.
Τίποτα, τίποτα γνώριμο.
Ούτε το σώμα δίπλα της γνώριζε.
Πού ήταν χθές το βράδυ?
Και πού είναι σήμερα το πρωί?
Ένοιωθε το κεφάλι της ζεστό. Τα μάτια της να καίνε και τα χέρια της να τρέμουν.
- Ωχ, σκέφτηκε, τί έγινε πάλι?
Σηκώθηκε και πήγε πρός το μπάνιο. Ευτυχώς το βρήκε εύκολα. Ήταν το μόνο δωμάτιο στο σπίτι με το φως ανοιχτό.
Άνοιξε τη βρύση και γύρισε τον μοχλό για να βγάλει καυτό νερό.
Το καυτό νερό στο σώμα της, τής έδωσε μιά άλλη αίσθηση. Όμορφη.
Έψαξε το αφρόλουτρο. Μμμμ. Γνωστή μάρκα. Την χρησιμοποιούσε εκείνος.
Άφησε το νερό να τρέχει πάνω της. Και προσπαθούσε να θυμηθεί.
Το απόγευμα είχε μιλήσει με την φίλη της στο τηλέφωνο.
- Άντε βρέ χαζή. Μέσα θα είσαι συνέχεια? Πάμε σε κανένα μπαράκι ν΄ακούσουμε μουσική και να πιούμε ξύδια.
- Μωρέ είν΄αυτά για μάς? Τα πιτσιρίκια τί θα κάνουν τότε? Εμείς είμαστε για κανένα τέϊον στην φιλανθρωπική ομάδα της περιοχής.
- Μουρλάθηκες τελείως, σωστά? Μπρός, ντύσου, βάψου κι έρχομαι.
Βρέθηκαν στο Κολωνάκι σ΄ένα πολύ ωραίο "στέκι". Υπέροχη μουσική. Ωραίος διάκοσμος. Ήσυχο. Περιεργάζονταν τους πάντες. Και σχολίαζαν, πίνοντας cuba libre. Με άφθονο πάγο και φέτες λεμόνι.
- Πώς είσαι?
- Πώς να είμαι? Μοναξιά κι άγιος ο Θεός.
- Ακόμα να το ξεπεράσεις? Έχει περάσει ένας χρόνος.
- Προσπαθώ. Πολλές φορές μου βγαίνει, άλλες όχι
- Και τί θα κάνεις? Έτσι θα περνάς? Κοίτα γύρω σου πόσος κόσμος? Κανένας δεν σ΄αρέσει?
- Πώς, πώς. Μ΄αρέσουν πολλοί. Αλλά δεν "δένει", δεν "κολλάει" με κανέναν
- Ναι, λές και δοκίμασες...
- Ε, δοκίμασε από δώ, δοκίμασε από κεί... Τί θα το κάνουμε το μαγαζί? Κέντρο διερχομένων? Δεν θέλω να δοκιμάσω. Είναι κόστος που δεν μπορώ να πληρώσω.
- Έτσι προτιμάς να είσαι μόνη σου
- Ναι. Είναι και αξιοπρεπές, όπως και να το κάνουμε
- Σου έχουμε γνωρίσει τόσο κόσμο ρε παιδί μου. Ήδη κυκλοφορεί πως είσαι ψηλομύτα.
- Καλύτερα έτσι, παρά "Μαρία η εύκολη".
- Χαχαχαχα. Μπορεί να΄χεις και δίκιο.
- Έλα που έχω. Αφού, αγάπη μου, δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω μας? Οι μισοί ψάχνουν τις άλλες μισές και τούμπαλιν και η ζωή συνεχίζεται...
- Α! εγώ Αμελί μου, το΄χω φιλοσοφήσει. Μια ρημαδοζωή την έχουμε. Γι΄αυτό είπα στον Νίκ πως θα είμασταν εδώ. Και μού΄πε πως θα έρθει. Μ΄ένα φίλο του.
- Έλα, μου το χαλάς.
- Γιατί? Αφού είναι ευχάριστη παρέα ο Νϊκ
- Ναι, στο κρεββάτι σου μπορεί. Εδώ, όμως?
- Α, νάτοι.
Και τότε θυμήθηκε.
Θυμήθηκε το βλέμμα του μόλις την αντίκρυσε.
Την χειραψία.
Την φωνή του μόλις είπε: Καλησπέρα κυρίες μου
Το βλέμμα του που έτρεξε γρήγορα και - όσο γινόταν - διακριτικά πάνω στο σώμα και το πρόσωπό της.
Τα υπέροχα εβένινα μαλλιά του
Τα πράσινα μάτια του.
Το κόρτε (ναι ήταν της παλιάς σχολής) που κράτησε πολλές ώρες.
Τα λόγια του που δεν είχαν τίποτα κοινό με όλα όσα είχε ακούσει μέχρι τότε.
Το άγγιγμά του όταν της έπιασε το χέρι, για να το ακουμπήσει στην καρδιά του, δήθεν να νοιώσει την ταχυπαλμία....
Το άγγιγμά του στην πλάτη της όταν της κράτησε το πανωφόρι όταν έφευγαν.
Τα γέλια που μοιράστηκαν όταν εκείνος έλεγε τις αστείες ιστορίες του.
Βγήκε απ΄το μπάνιο.
Σκούπισε το σώμα της και τα μαλλιά της.
Χτύπησε το κινητό της.
- Ναί?
- Φιλενάδα, σήκω. Δεν θέλουμε ν΄αργήσουμε στη δουλειά.
- Ναι, ναι έτοιμη είμαι. Ξεκινάω.
Έριξε μια τελευταία ματιά στο κρεββάτι. Δεν είχε αλλάξει πλευρό.
Γρήγορα έγραψε το τηλέφωνό της σ΄ένα κομμάτι χαρτί και το άφησε στο μαξιλάρι που είχε κοιμηθεί.
Ντύθηκε κι έφυγε.
Κάτι μέσα της τής έλεγε πως ήταν μιά καινούργια αρχή.....

9 comments:

Anonymous said...

Πολύ οικεία και παράξενα θερμή εικόνα...

Έυχομαι να τη ζεις...

Έτσι απλά

Καλημέρα

bluesmartoulis said...

It's fiction, spirit.
Purely fiction.
Μ΄έχει πιάσει το λογοτεχνικό μου (τρομάρα μου...)
Καλησπέρα

Ghost-hunter-gr said...

Καλή αρχή λοιπόν....

Καλησπέρα :)

bluesmartoulis said...

Thank you ghost-hunter-gr!

Anonymous said...

Ωραίος λογοτεχνικός οίστρος ομολογώ...

It's in your hands to make it come true...

Έτσι απλά(as i always tell you)

Ένα πνεύμα

αθεόφοβος said...

Αμα ξυπνάς και δεν ξέρεις αν είναι πρωί η βράδυ σημαίνει ότι κοιμήθηκες με καθαρή συνείδηση για ότι έχεις κάνει!

bluesmartoulis said...

spirit μου, είναι και πρακτικά και ιδεολογικά αδύνατον να ξυπνήσω κάπου που δεν ξέρω που είμαι ή τι ώρα είναι. Έτσι απλά, όπως πάντα μου λές, και το ξέρεις καλά.

Αθεόφοβέ μου: ή έχεις καθαρή την συνείδησή σου (μ΄αρέσει σαν άποψη, είναι απόλυτα θετική και όσο το σκέφτομαι τόσο πιό πολύ μ΄αρέσει) ή έχεις πιεί τον ... Βόσπορο (χαχαχαχα)

Anonymous said...

Εννοούσα να ζήσεις αυτή την καινούργια αρχή παιδί μου...

bluesmartoulis said...

Ααααααα (ξανθιά παιδί μου, τί περίμενες?)